| Ταΰγετος:
Το περήφανο και πιο ψηλό βουνό της Πελοποννήσου
λέγεται ότι πήρε το όνομά του από τη Ταϋγέτη, κόρη του Άτλαντα. Με
την υψηλότερη κορυφή του, τον «Αϊ-Λιά», στα 2404 μέτρα, και την
αλπική του ζώνη στα 1700 μ. και πάνω να καλύπτεται από χιόνια το
χειμώνα, ο Ταΰγετος προσφέρεται για πλήθος δραστηριοτήτων για τους
λάτρεις - και όχι μόνο - της ορεινής ποδηλασίας, της ορειβασίας, της
πεζοπορίας, και της σπηλαιολογίας. Ούτε ένα ούτε δύο, αλλά 58
ολόκληρα χιλιόμετρα μονοπατιών και ανάμεσά τους 4 καλντερίμια,
στηρίχτηκαν ανοίχτηκαν, ξεχορταριάστηκαν και φτιάχτηκαν τα τελευταία
χρόνια. Ένα τεράστιο δίκτυο επικοινωνίας
αποκαταστάθηκε με τον απλό παραδοσιακό τρόπο, ενώ την ίδια στιγμή
όλες οι διαδρομές σηματοδοτήθηκαν σωστά και χαρτογραφήθηκαν
επιμελώς. Μοιάζει σαν να έγινε ένα όνειρο πραγματικότητα. Ο ορεινός
όγκος του Ταϋγέτου μπορεί εύκολα πια να σας μυήσει στον φυσικό και
πολιτισμικό του πλούτο και δεν χρειάζεστε τίποτε παραπάνω από... τα
πόδια σας!
Το πιο συγκλονιστικό όμως είναι ότι το βουνό αυτό ακόμη
αναπτύσσεται, κερδίζοντας κάθε χρόνο περίπου ένα εκατοστό!
Ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος μιλώντας για τον δωρικό
ασκητισμό και την αθανασία της ομορφιάς στη λακωνική γη, αναφέρει:
«Βουνό πανύψηλο, πολυκόρυφο, γαλάζιο σαν την ακύμαντη θάλασσα και
πράσινο σαν ένα ολόδροσο φύλλο, αιώνια χιονισμένο, πλημμυρισμένο από
θαυμάσιες αφορμές αισθητικής ευφροσύνης, ο Ταΰγετος είναι καμάρι και
στόλισμά της».
Ο Στρατής
Μυριβήλης τον λέει «Αρσενικό» βουνό και τον συνδυάζει με την Ηρωική
συμφωνία του Μπετόβεν: «Ο Ταΰγετος είναι απερίγραπτος, αδύνατον να
εκφραστεί χωρίς τη μουσική τού Μπετόβεν. Τόσο πυκνή, τόσο κυριαρχική
είναι η επιβολή του πάνω στην ψυχή του ανθρώπου. Είναι το ίδιο όπως
αντικρύζεις ένα τεράστιο μνημείο μεγαλοφυΐας. Η εντύπωση είναι
ακαθόριστη στις λεπτομέρειες, όμως το νόημά του είναι όρθιο. Σε
αναγκάζει να σταθείς και να το δεχθείς και συ όρθιος. Να το δεχθείς
κατάστηθα σα μια μεγάλη ευτυχία ή μια θεομηνία που σου κρούει την
ψυχή και σου γυρεύει προσταχτικά μιαν απάντηση».
Στον Ταΰγετο, πέρα από τις υπέροχες πεζοπορικές διαδρομές, τους
δασικούς αλλά και τους ασφάλτινους δρόμους ανάβασης, αξίζει τον κόπο
να δείτε από κοντά τα αμέτρητα σπήλαια και τα φαράγγια με τις
κρυστάλλινες πηγές, όπως αυτές στην Άρνα, στην Τρύπη, αλλά και σε
όλα τα χωριά που έχουν σκαρφαλώσει στον ορεινό όγκο. Έλατα και
μαυρόπευκα συνθέτουν τα πανέμορφα δάση του Ταΰγετου ενώ ο επισκέπτης
πρέπει, μιας και ανέβηκε, να κόψει θυμάρι, τσάι, και ρίγανη. Αν δεν
τα καταφέρει, όλο και σε κάποιο χωριουδάκι θα βρει πάγκο με τα
βουνίσια αυτά προϊόντα. Συνιστάται πάντως στους κυνηγούς των σπάνιων
γεύσεων να δοκιμάσουν το τυρί «σφέλα», που παράγεται από κατσικίσιο
και προβατίσιο γάλα άριστης ποιότητας. Παγκόσμιας φήμης είναι και τα
άγρια μοσχάρια του Ταΰγετου, αφού ειδικοί από την ιβηρική χερσόνησο
τα αναζήτησαν για να πάρουν γόνο για την αναπαραγωγή άγριων ταύρων.
Ξηροκάμπι - Κουμουστά:
Σε απόσταση 15 χλμ. από τη Σπάρτη βρίσκεται η έδρα
του Δήμου Φάριδος, το Ξηροκάμπι. Χτισμένο στις ανατολικές υπώρειες
του Ταϋγέτου, το χωριό αυτό των 1.000 κατοίκων, θεωρείται αφετηρία
πολλών πεζοπορικών διαδρομών, όπως αυτή που καταλήγει στους
Πενταυλούς, περιοχής ιδιαίτερου φυσικού κάλλους, και συναντάται με
πηγές, έναν καταρράκτη, λιμνούλες, και βέβαια το φαράγγι του
Ανακώλου. Το άγριας ομορφιάς φαράγγι, οδηγεί στο Μεσαιωνικό χωριό
Κουμουστά, με τις μαρμάρινες βρύσες και τις πέντε Βυζαντινές
εκκλησίες.
Αν βρεθείτε στο Ξηροκάμπι σε ώρα
γεύματος προτείνονται ανεπιφύλακτα οι ταβέρνες "Υπόγειο του Φραγκή"
και "Παραλία".
Αν μιλάμε για αυθεντικό ορεινό παραδοσιακό οικισμό του Ταϋγέτου, ο
ορισμός του βρίσκεται στην Κουμουστά, ή ό,τι έχει απομείνει από αυτό
το υπέροχο χωριό που στήθηκε την εποχή της Ενετοκρατίας.
Αντισκέκεται όμως η Κουμουστά, υπάρχουν ακόμα 2-3 οικογένειες που
μένουν εκεί και όσα κτίρια δεν έχουν πέσει, έχουν την ελπίδα να
ξαναζωντανέψουν, με τον ίδιο τρόπο που το σχολείο έγινε ενημερωτικός
σταθμός. Τρεις μεταβυζαντινοί ναοί, με εξέχοντα αυτόν του Προφήτη
Ηλία με το εντυπωσιακό καμπαναριό, δεσπόζουν στο χωριό, ενώ τα νερά
τρέχουν άφθονα στην πλατεία. Δίπλα στον πλάτανο οι βρύσες έχουν
λιθανάγλυφα και το γλυπτό πέτρινο κυκλικό σχήμα εμφανίζει τον μαστό
της γης... απ’ όπου οι άνθρωποι «βυζαίνουν» το νερό. Από την
Κουμουστά ξεκινούν δύο υπέροχα μονοπάτια. Το ένα (σημαδεμένο με
κόκκινο κύκλο) βουτάει στο ρέμα της Ρασίνας, περνάει ένα όμορφο
πέτρινο τοξωτό γεφύρι και ύστερα από 1 απολαυστική ώρα φθάνει στην
εγκαταλελειμμένη Μονή Γόλας του 17ου αιώνα, που είναι ιστορικό
διατηρητέο μνημείο και έχει τοιχογραφίες του ονομαστού Δημήτρη
Κακαβά. Το άλλο μονοπάτι (σημαδεμένο με πράσινο τετράγωνο)
ανηφορίζει και περνώντας ομαλές πλαγιές οδηγεί στην τοποθεσία Λάκκα
Πινέρη, όπου χωρίζεται σε δύο κομμάτια. Το ένα πηγαίνει στους
Πενταυλούς (2 ώρες) και το άλλο καταλήγει στο Καταφύγιο (3 ώρες).
Άρνα:
Από τα πιο όμορφα και γραφικά χωριά της Λακωνίας η
Άρνα, ξεχωρίζει για την πλατεία της, όπου βρίσκεται ένα από τα πέντε
μεγαλύτερα πλατάνια στην Ελλάδα με περίμετρο 13μ., ύψος 30μ., και
πλάτος 35μ. Κοντά της βρίσκεται η Σπαρτιά με βρύση και το ξωκλήσι
του Προφήτη Ηλία. Στην Άρνα υπάρχει και το όμορφο
μικρό αγροτικό μουσείο του Παναγιώτη Τσαμασίρου, το οποίο μπορείτε
να επισκεφθείτε σε συνεννόνηση μαζί του στο τηλ: 6976215901.
- ΕΘΙΜΑ ΚΑΙ ΕΟΡΤΕΣ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΛΑΚΕΔΑΙΜΟΝΙΩΝ:
Ο ετήσιος κύκλος της καθημερινής
ζωής στη Σπάρτη, ήταν γεμάτος εορτές και μεγαλοπρεπείς ιεροπαραξίες,
από τις οποίες ελάχιστες έχουν δυστυχώς διασωθεί από την ιστορική
μνήμη. Ούτε καν το πλήρες μηνολόγιό της δεν γνωρίζουμε, αφού μάς
λείπουν τρείς μήνες (Γνωρίζουμε μόνο τους μήνες από τη σελήνη του
Μαρτίου έως την σελήνη του Νοεμβρίου: Αρτεμίσιος, Γεράστιος,
Φλιάσιος, Αγριάνιος, Υακίνθιος, Καρνείος, Πάναμος, Απελλαίος,
Ηράσιος).
Μερικές από τις
σπαρτιατικές εορτές που εμείς σήμερα
γνωρίζουμε κατατίθενται ως ελάχιστη συμβολή στην επανανακάλυψη της
αληθινής εθνικής μας Παραδόσεως.
- Τα κοινωνικά
χαρακτηριστικά της πνευματικής κίνησης στο Μυστρά (14ος αιώνας):
Ο Μυστράς, πρωτεύουσα του
βυζαντινού Μοριά, αναδεικνύεται σε σημαντικό πνευματικό κέντρο στο
δεύτερο μισό του 14ου αιώνα. Μετά την ίδρυση του δεσποτάτου, στα
1348, ένας μικρός κύκλος ουμανιστών συγκεντρώνεται γύρω από το
δεσπότη Μανουήλ Καντακουζηνό κι αργότερα γύρω από τον αδερφό του
Ματθαίο. Όλοι προέρχονται από την Κωνσταντινούπολη, ανήκουν δηλαδή
σε μια ομάδα διανοουμένων, που δεν είναι αυτόχθονη.
Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά
αυτής της ομάδας των λογίων ήταν ότι οι απόψεις τους, θεολογικές,
φιλοσοφικές ή πολιτικές, δε συμφωνούσαν πάντα με τις αντίστοιχες
κυρίαρχες αντιλήψεις στην Κωνσταντινούπολη. Αρκετοί από τους
διανοούμενους του Μυστρά είχαν έρθει σε ρήξη με την ησυχαστική
μερίδα και κάποιοι απ’ αυτούς έδιναν στον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό
και στα κείμενά του μεγαλύτερη σημασία απ’ ότι η επίσημη Εκκλησία. Ο
Μυστράς εμφανίζεται σε επιστολές της εποχής, ως το κατάλληλο
καταφύγιο για όσους ενδιαφέρονταν για την αρχαιοελληνική πολιτιστική
κληρονομιά. Σ’ αυτά τα χρόνια ξεκινά και η σύνδεση της πόλης με την
αρχαία Σπάρτη και τον πολιτισμό της, φαινόμενο που θα πάρει άλλες
διαστάσεις στην Τουρκοκρατία, όταν οι Ευρωπαίοι περιηγητές ταυτίζουν
πια και χωροταξικά τις δύο πόλεις.
Η ερμηνεία της έλευσης στον Μυστρά λογίων, οι απόψεις των οποίων δεν
κινούνταν πάντα μέσα στα πλαίσια του επίσημου λόγου της Ορθόδοξης
Εκκλησίας, μπορεί να γίνει, αν υπολογιστούν δύο βασικοί παράγοντες.
Ο πρώτος είναι ο αυλικός χαρακτήρας της πνευματικής κίνησης του
Μυστρά. Οι λόγιοι περιέβαλλαν τους δεσπότες, που ήταν άνθρωποι
υψηλής, συνήθως, παιδείας και δεκτικοί σε νέα πνευματικά ρεύματα. Οι
ιδέες των ουμανιστών νομιμοποιούνταν έτσι μέσα από το κύρος του
Ηγεμόνα. Ο δεύτερος λόγος είναι η μικρή ισχύς της τοπικής
Μητρόπολης, σε σύγκριση μάλιστα με το πανίσχυρο πατριαρχείο
Κωνσταντινούπολης. Τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε κι ο
ανταγωνισμός της με την παλαιότερη μητρόπολη Μονεμβασίας για
ζητήματα πρωτοκαθεδρίας και ελέγχου επισκοπών, την καθιστούσαν έναν
μάλλον αδύναμο πολέμιο των "ελληνικών" ιδεών.
Τα δύσκολα χρόνια της
Τουρκοκρατίας οι Έλληνες των τουρκοκρατούμενων περιοχών
εγκαταλείπουν τις εστίες τους και ανεβαίνουν στα βουνά. Εκεί
δημιουργούν οικισμούς και αργότερα χωριά ολόκληρα. Μεταξύ των
φυγάδων συγκαταλέγονται, όπως είναι φυσικό, και μοναχοί οι οποίοι
δεν λησμονούν τις θρησκευτικές τους συνήθειες και ιδρύουν νέου
χώρους λατρείας. Οι περισσότεροι ναοί θυμίζουν ονόματα γνωστών ναών
της Κωνσταντινουπόλεως. Οι τοιχογραφίες μαρτυρούν ότι οι ναοί αυτοί
κατασκευάστηκαν τα πρώτα χρόνια μετά την άλωση. Από την πληθώρα των
ναών στις περιοχές αυτές του Ταϋγέτου φαίνεται ότι οι άνθρωποι
παρότι δεν είχαν σπίτια να μείνουν θεωρούσαν αναγκαίο να έχουν
εκκλησίες. Σε αυτούς τούς δύσκολους χρόνους τοποθετείται η ίδρυση
του μοναστηριού της Γόλας.
Το μοναστήρι είναι κτισμένο σε
υψόμετρο 1.000 μέτρων στη βορεινή πλευρά ενός αντερείσματος που
ενώνει τον Ταΰγετο με τα τελευταία προς Ανατολή βουνά του. Δυτικά
του Μοναστηριού εκτείνεται πυκνό ελατόδασος, βόρειά του η Κουμουστά
και όλη η γύρω περιοχή είναι γεμάτη από καστανιές πεύκα και έλατα.
Το
1830 το μοναστήρι στέγασε το πρώτο
αλληλοδιδακτικό σχολείο της Κάτω Ρίζας, και στο Νάρθηκά
του εικονίζονται οι μορφές των Ομήρου, Πλάτωνα, Αριστοτέλη,
Θουκυδίδη και άλλων αρχαίων σοφών που βρίσκονται και σε άλλα
μοναστήρια που υπήρξαν εστίες παιδείας.
Οι περισσότερες από τις τοιχογραφίες σώζονται σε πολλή καλή
κατάσταση ενώ άλλες, ιδίως του Νάρθηκα, έχουν διαβρωθεί από την
υγρασία και έχουν αποβεί σκοτεινές και ασαφείς από τα άλατα και τούς
καπνούς των κεριών και του λιβανιού. Σύμφωνα με τις υπάρχουσες
μαρτυρίες το εικονογραφικό έργο του Καθολικού δεν ανήκει στον αυτό
αγιογράφο, ούτε έγινε την ίδια χρονική περίοδο. Μία επιγραφή που
σώζεται πάνω από την είσοδο μαρτυρεί πως οι τοιχογραφίες του Ναού
είναι έργα του Δημητρίου Κακαβά, που τελείωσαν τον Οκτώβριο του
1632, ενώ άλλη επιγραφή που σώζεται πάνω από την πύλη του Νάρθηκα
αναφέρει ότι ο Νάρθηκας ιστορήθηκε το 1673 και από την ποιοτική
διαφορά που κάποιος μπορεί να διακρίνει, γίνεται αντιληπτό ότι η
αγιογράφοι είναι διαφορετικά πρόσωπα.
Γενικότερα οι τοιχογραφίες της Ιεράς Μονής Γόλας έχουν να δώσουν
κάτι το ξεχωριστό και αξιοθαύμαστο που αξίζει τον κόπο κάποιος να
επισκεφτεί και να παρατηρήσει από κοντά. |