|
Ορεινή Ναυπακτία
Η Άνω Χώρα ή Λομποτινά
Η Άνω Χώρα
είναι πρωτεύουσα του Δήμου Αποδοτίας με πληθυσμό 404 κατοίκους κατά
την απογραφή του 2001 και βρίσκεται σε απόσταση 58 χιλιομέτρων από
τη Ναύπακτο.
Η μεγάλη Λομποτινά, σημερινή Ανω Χώρα, της επαρχίας Ναυπακτίας
βρίσκεται με την πλάτη της να ακουμπάει αμφιθεατρικά σε μια από τις
νοτιοδυτικές κλιτύες των Βαρδουσίων ορέων, της Σύρτας, με το μέτωπο
της στραμμένο από βόρεια κατεύθυνση ως ανατολική - νότιοανατολική.
Από το πιο ψηλά σπίτι ως το πιο χαμηλά υπάρχει μια υψομετρική
διαφορά ως διακόσια μέτρα. Ο μητροπολιτικός ναός της Αγίας
Παρασκευής, καθώς και η αγορά, βρίσκονται στο κέντρο του χωριού σε
υψόμετρο 1.030 μέτρα.
Το χωριό περιβάλλεται ολόγυρα από ορεινούς όγκους που όλοι τους
είναι αποφύσεις της οροσειράς των Βαρδουσίων που έχουν υψόμετρο 2495
μ. και είναι το νοτιότερο σημαντικό άκρο της οροσειράς της Πίνδου. Η
Σύρτα πάνω στην οποία ακουμπάει τη ράχη του το χωριό έχει υψόμετρο
1460 μέτρα.
Η
πυκνότητα στα ελατοδάση και στα καστανοδάση της Άνω Χώρας τα
μεταπολεμικά ιδίως χρόνια που έλειψε η αιγοπροβατοβοσκή, αφού και τα
μεν και τα δε τα ξεκλήρισε η μετανάστευση των κατοίκων στο εσωτερικό
και το εξωτερικό, είναι αφάνταστα μεγάλη. Τα έλατα κι οι καστανιές
κατακάλυψαν τα πάντα και καθώς καινούργιες καστανούλες και
κοντοελατάκια φυτρώνουν κάθε χρόνο, έδεσαν όλα αυτά μεταξύ τους κι
έκλεισαν όλα τα περάσματα. Δρόμοι, κατσικόδρομοι και μονοπάτια
πνίγηκαν στη βλάστηση κι έσβησαν από το χάρτη. Ακόμα κι οι ξώμαχοι
του χωριού που πέρασαν τη ζωή τους στους λόγγους σαν τσοπάνηδες,
καλλιεργητές ή ξυλοκόποι κι όσοι φυσικά εξακολουθούν να ζούνε στο
χωριό, χρειάζονται όσφρηση λαγωνικού και αετίσιο μάτι για να βρούνε
τα σημάδια τους.
Η ανάπτυξη
του ελάτου και της Καστανιάς στην περιοχή της Μεγάλης Λομποτινάς δεν
έχει το ταίρι της στον ελληνικό χώρο. Ο Δασολόγος Κίλιας που
μετεκπαιδεύτηκε στη Σουηδία και γύρισε το καστανοδάσος του χωριού
πιθαμή προς πιθαμή για να το χαρτογραφήσει και να συντάξει υπεύθυνη
διαχειριστική μελέτη για την εκμετάλλευση του, σημειώνει στη μελέτη
του αυτή: « Ουδαμού της Ευρώπης συνάντησα τόσην ανάπτυξην ελάτης και
καστανέας όσην εις Άνω Χώραν Ναυπακτίας ». Και πράγματι, όταν μετά
τη διαχειριστική μελέτη του Κίλια και την έγκριση τής από το
υπουργείο Γεωργίας με τη υπ αρ. 110841/1971 της 15.10.1958 απόφαση
άρχισε ή εκμετάλλευση του καστανοδάσους και πολλοί έκοψαν σύρριζα
τις γέρικες καστανιές των, μέσα σε ένα χρόνο ξεφύτρωσαν στη ρίζα
κάθε κομμένης καστανιάς πάνω από 100 καινούρια βλαστάρια που το
καθένα από αυτά μέσα στον ίδιο χρόνο έφτασε τα πέντε και παραπάνω
μέτρα.
Μέσα σε
αυτό το όργιο του έλατου και της καστανιάς, του κέδρου και της
φτέρης, υπάρχουν πάρα πολλές πηγές με λίγο ή πολύ νερό για το
νεροπότισμα των χωραφιών γύρω στο χωριό ακόμα και για τους κήπους
και τα γιαούρτια μέσα στο χωριό. Ο Σκλήθρος, η Μεγάλη Βρύση, η
Κόκκινη Μηλιά, η Σύρτα, ο Φονιάς, τα Καραούλια, η Χουχλάστη, η
Τσέμπικη, το Θυμέϊκο, οι Μηλιές, το Πάνω και Κάτω Μεϊλάκωμα, τα
Χωράφια, τα Λινάρια, στα Πρίμπα είναι πηγές με αρκετό νερό με το
οποίο πότιζαν οι Ανωχωρήτες τα χωράφια τους, χώρια οι πηγές που
βρίσκονταν μέσα στα κτήματα κι ανήκαν στους ιδιοκτήτες των κτημάτων
αποκλειστικά. Εξόν όλες αυτές τις πηγές υπάρχουν κι άλλες μέσα στο
χωριό σαν την Μπουκουρίνου με τρεις πλουσιοπάροχους κρουνούς, η
Μπαρμπάτοβα με δυο και άφθονο νερό, η Δάφνη με το απαράμιλλο νερό
της κοντά στο Τσατσανέϊκο μαχαλά, αλλά κι άλλες μικρότερες πηγές
όπως η Φάτς, η Μότσιου και τ' Αη Νικόλα.
Κοντά στην
οργιαστική βλάστηση ολόγυρα στο χωριό για την οποία κάναμε λόγο
παραπάνω, δεν πάει καθόλου πίσω και η βλάστηση μέσα στο χωριό. Τα
άφθονα οπωροφόρα δέντρα, μηλιές, κερασιές, κορομηλιές, δαμασκηνιές,
καρυδιές κι ατελείωτες αραδαριές από κλίματα, κάνουν την Ανω Χώρα
καταπράσινο λιβάδι κι όπως οι τοίχοι των σπιτιών είναι κατάλευκοι απ
τον ασβέστη και κατακόκκινες οι σκεπές από κεραμίδι γαλλικό,
φαντάζει το χωριό απ το ξάγναντο σαν πράσινος καμβάς κεντημένος
πλούσια με άσπρα και κόκκινα τριαντάφυλλα. Δεν ξέρω αν αυτή η
οργιαστική βλάστηση μέσα και γύρω στο χωριό οφείλεται στο υγρό κλίμα
που επικρατεί, ή αν το υγρό κλίμα χρωστάει την ύπαρξή του στο όργιο
της βλάστησης. Γι αυτό ας πούνε τη γνώμη τους οι ειδικοι. Οπως και
να χει το πράγμα, το βέβαιο είναι ότι και τους ζεστούς μήνες του
καλοκαιριού, χρειάζεται γερόν ντύσιμο, τις απογευματινές και
βραδινές ώρες, για να είναι άνετη η παραμονή στην ύπαιθρο.
Η υγρασία του χωριού , δεν υπάρχει λόγος να το κρύψουμε , είναι από
τις υψηλότερες όλης της χώρας. Και μπορεί οι Λομποτιανίτες να μην
την «βλέπουν», σίγουρα όμως την αισθάνονται όλοι στις κλειδώσεις,
τους αρμούς και τη σπονδυλική στήλη με τα πρώτα ή έστω τα δεύτερα
..άντα. Βέβαια για τους μήνες φθινοπώρου και χειμώνα όταν έχουμε
πολλά χιόνια και βροχές, καλό είναι να μην κάνουμε λόγο. Το πράγμα
μάλιστα καταντάει μαρτύριο όταν ο χειμώνας κρατάει ως τον Απρίλη
ακόμα και τον Μάη, οπότε οι ράχες της Σύρτας, της Κερασιάς, του
Τσονάκι, του Αγιάννη, του Μακρύβαλτου κι όλος ο καστανόλογγος
εξακολουθούν νά ειναι σκεπασμένοι από παγωμένα χιόνια. Τα τελευταία
χρόνια, τα χιόνια δεν είναι τόσα πολλά που να δημιουργούν δυσκολίες
στους μόνιμους κατοίκους του χωριού. Ενώ μετά τον τελευταίο μεγάλο
πόλεμο οι χειμώνες ήταν ηπιότεροι, τα προπολεμικά χρόνια οι κάτοικοι
υποχρεώνονταν να ρίχνουν τα χιόνια από τις σκεπές με το φτυάρι για
να μην γονατίσουν απο το μεγάλο βάρος. Τους χειμερινούς μήνες που η
θερμοκρασία πέφτει αρκετούς βαθμούς κάτω απο το μηδέν, τα νερά
παγώνουν και στους τσίγκους και τις στέγες κρέμονται τα κρύσταλλα
σαν χοντρά μπαστούνια με μάκρος πάνω από μέτρο.
Το
γεφύρι της Αρτοτίβας
Στον φυσικό δρόμο που συνδέει την Τριχωνίδα με την ορεινή Ναυπακτία,
ανάμεσα σε δύο βραχώδεις και απότομους λόφους προβάλλει με περισσή
χάρη το Γεφύρι της Αρτοτίβας, σημείο αναφοράς για τους ντόπιους και
άρρηκτα συνδεδεμένο με την ιστορία, την οικονομία και την κοινωνική
ζωή της ευρύτερης περιοχής.
Το Γεφύρι
της Αρτοτίβας είναι το παλαιότερο που σώζεται σήμερα στον ποταμό
Εύηνο και είναι κτισμένο στο στενότερο σημείο του ποταμού, λίγο πριν
αυτός συναντήσει τον παραπόταμο του Κότσαλο, πάνω στο παλιό μονοπάτι
που συνδέει την Κάτω Χρυσοβίτσα με το Αχλαδόκαστρο (πρώην Αρτοτίβα).
Το γεφύρι
εξυπηρετούσε τις ανάγκες επικοινωνίας όχι μόνο των δύο χωριών, αλλά
της ευρύτερης περιοχής, της ορεινής ενδοχώρας (Ναυπακτία, Καρπενήσι,
Θεσσαλία) με τον κάμπο της Τριχωνίδας, το Μεσολόγγι, τις ακτές του
Ιονίου.
Το
καλοκαίρι ο διαβάτης μπορούσε να περάσει και από άλλα σημεία του
ποταμού, αλλά τον χειμώνα όταν ο Εύηνος είναι "κατεβασμένος"
υποχρεωτικά οδηγείται στο Γεφύρι της Αρτοτίβας.
Η τοπική
παράδοση ανάγει την κατασκευή του γεφυριού στα χρόνια της
Βενετοκρατίας (1407-1499). Ωστόσο όμως ο τρόπος κατασκευής του
εμφανίζει τα χαρακτηριστικά των ηπειρώτικων γεφυριών της
Τουρκοκρατίας. Πιθανότατα στο σημείο αυτό να υπήρχε παλαιότερο
γεφύρι λόγω ακριβώς της σημασίας του περάσματος. Το Γεφύρι στη
σημερινή του μορφή πρέπει να κατασκευάστηκε κατά το δεύτερο ήμισυ
του 18ου αιώνα πιθανόν από Ηπειρώτες ή και ντόπιους μαστόρους.
Νοτιότερα,
στην αριστερή πλευρά του ποταμού, υπάρχει απότομος βραχώδης λόφος με
το τοπωνύμιο «Καστράκι», που ελέγχει την περιοχή. Φαίνεται πως εδώ
υπήρχε κάποιας μορφής τεχνίτη οχύρωση, που συμπλήρωνε την Φυσική.
Στη θέση Καστράκι βρέθηκαν και κεραμίδια με επιγραφές. Λέγεται ότι
εδώ βρέθηκε ένα αρχαίο νόμισμα, που έφερε την επιγραφή «Πρόσχιον».
Για τον ανωτέρω λόγο ο τέως Δήμος Προσχίου κατόπιν υποδείξεως του
μακαρίτη Ροντήρη Αθανασίου ονομάστηκε «Προσχίου».
Ιστορικά
αναφέρεται ότι στο Γεφύρι έγινε η μάχη του Οπλαρχηγού Ι.Αγγελάκη από
το χωριό Αρτοτίβα με τον Γιουσούφ Αράπη το 1818. Στις 26 Φεβρουάριου
του 1828, έπειτα από την μάχη του Πλατάνου, όπως αναφέρουν στον
αρχιστράτηγο Τσώρτς, οι Έλληνες οπλαρχηγοί με επικεφαλή τον Γ.Μακρή
επιτέθηκαν στους Τούρκους στο Γεφύρι της Αρτοτίβας κατορθώνοντας να
τους αιφνιδιάσουν και κυνηγώντας τους να τους αναγκάσουν να γυρίσουν
στον Πλάτανο όπου και ταμπουρώθηκαν στα σπίτια. Γράφουν στον
αρχιστράτηγο: «τους εκαρτερέψαμε και αυτουνούς, μετά την μάχη έξω
από το χωριό και τους εδώσαμεν έναν χαλασμό, τρομερόν και τους
επήγαμε κυνηγώντας περί τον από τρεις ώρες δρόμον». Αυτή είναι η
περίφημη μάχη στη Γέφυρα της Αρτοτίβας και από τα παραπάνω στοιχεία
προκύπτει ότι ζεστάθηκε η ατμόσφαιρα και ξαναζωντάνεψε η διάθεση των
κατοίκων για ανταγωνιστικότητα και λευτεριά. Αποτέλεσμα αυτής της
διάθεσης ήταν να ξαναρχίσουν οι εκκαθαριστικές κινήσεις των
Κραβαριτών, οι οποίοι ανανεωμένοι και ξακουστοί όργωναν με πάθος της
ορεινής επαρχίας αποφασισμένοι να λευτερώσουν τη γη των πατεράδων
τους. Η τελευταία μεγάλη μάχη δόθηκε την 11η Οκτωβρίου του 1943
μεταξύ ΕΛΑΣ και ΕΔΕΣ.
Το Γεφύρι
παρέμεινε σε χρήση μέχρι την δεκαετία του '50, οπότε και
υποκαταστάθηκε από τον νέο δρόμο Θέρμου-Πλατάνου. Πρόσφατα το Γεφύρι
της Αρτοτίβας χαρακτηρίστηκε από το Υπουργείο Πολιτισμού ως ιστορικό
διατηρητέο μνημείο της χώρας, λόγω της ιστορικής και αρχιτεκτονικής
της σημασίας.
Χάρτης της περιοχής
 |